Back Up Next
Οδηγός διαπλοκής

American Hustle.

ΗΠΑ, 2013. Σκηνοθεσία: Ντέιβιντ Ο' Ράσελ. Σενάριο: Ερίκ Γουόρεν Σίνγκερ & Ντέιβιντ Ο' Ράσελ. Ηθοποιοί: Κρίστιαν Μπέιλ, Εμι Ανταμς, Μπράντλεϊ Κούπερ, Τζένιφερ Λόρενς. 138'

Με το βλέμμα στα βραβεία και την καρδιά στα 70ς, η νέα ταινία του Ντέιβιντ Ο. Ράσελ είναι μια απολαυστική ιστορία απάτης που μασκαρεύεται ως το σινεμά του Σκορσέζε, επανδρώνεται με μία υπέροχη τετραμελή πρωταγωνιστική συμμορία και κλέβει τις εντυπώσεις.

Ένα ακόμη ενδιαφέρον φαινόμενο της τρέχουσας κινηματογραφικής σεζόν αναφορικά με την συμβατική παραγωγή των μεγάλων αμερικανικών studio, είναι η δημιουργία ταινιών μυθοπλασίας με σημείο αφετηρίας πραγματικά περιστατικά ή και την λογοτεχνική καταγραφή τους. Μετά λοιπόν την προβολή του φυλετικού ζητήματος, παίρνει σειρά η κινηματογραφική απεικόνιση των φαινομένων κατάχρησης, διαφθοράς και χρηματισμού αλλά και των κάθε είδους σκανδάλων που συγκλόνισαν την Αμερική κατά την δεκαετία του 1970. Μετά λοιπόν την εξαιρετική δημιουργία του Martin Scorsese «The Wolf of Wall Street», όπου ο φακός επικεντρώνεται στην απαρχή της χρηματιστηριακής χειραγώγησης, εδώ ο David O. Russell , που εκτός από την σκηνοθεσία έχει και την βασική συμβολή μαζί με τον Eric Warren Singer στην γραφή του σεναρίου, δημιουργεί ένα φιλμ που περιστρέφεται ή και αναφέρεται στο μεγάλο σκάνδαλο χρηματισμού υψηλόβαθμων κυβερνητικών αξιωματούχων στην Αμερικανική Ανατολική Ακτή και συγκεκριμένα στην Πολιτεία του New Jercey στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και τις αρχές του 1980 και έγινε γνωστό ως επιχείρηση «ABSCAM» - μια οργανωμένη προσπάθεια του FBI που οδήγησε στην αποκάλυψη ενός ευρύτατου κυκλώματος χρηματισμού ανώτατων αξιωματούχων, γερουσιαστών, βουλευτών, δημάρχων της ευρύτερης περιοχής του New Jercey και της Νέας Υόρκης. Αν και η όλη προσπάθεια παγίδευσης των επιρρεπών σε χρηματισμό πολιτικών της εποχής εκείνης αποτέλεσε ένα ζήτημα αντιπαραθέσεων καθώς το FBI χρησιμοποίησε μια νομικά και ηθικά διατρητή μεθοδολογία προσέλκυσης των υποψηφίων θυμάτων αξιωματούχων και στηρίχθηκε στην αξιοποιηση ενός επαγγελματίας απατεώνα «con- artist» και της τεχνικής «Confidence trick», όροι που αναφέρονται επανειλειμμένα και χωρίς διευκρινήσεις στην διάρκεια του φιλμ, η ιστορική αφετηρία αποδεικνύεται ως μια εξωτερική ευκαιρία ώστε οι δημιουργοί της ταινίας να ξεδιπλώσουν ένα θέαμα διάρκειας 138 λεπτών που αποτελεί πραγματικό υπόδειγμα υψηλοτάτου επιπέδου κινηματογραφικής ψυχαγωγίας.

Μέσα από μια πλουσιότατη και επομένως επαρκέστατη σε κάθε τεχνική ευχέρεια παραγωγή, ο θεατής έχει την ευκαιρία να απολαύσει μέσα από σκηνικά, κοστούμια, τα οποία αποτελούν αυτοτελώς ένα «έργο» τέχνης, μεθοδολογία κινηματογράφησης και φωτισμούς ένα περιβάλλον που παραπέμπει με απόλυτα αυθεντικό τρόπο στην επίμαχη εποχή όπου διαδραματίζεται η ιστορία. Μέσα από μια σεναριακή αφήγηση εξαιρετικά γλαφυρή όπου η δράση, τα ευρήματα , αλλά και οι διάλογοι παρουσιάζουν εξαιρετικό ενδιαφέρον και κυρίως μέσα από μια σειρά χαρακτήρες που εντυπωσιάζουν για το πόσο ολοκληρωμένοι παρουσιάζονται, ο σκηνοθέτης προσφέρει στον θεατή ένα πραγματικά εξαιρετικό μπουκέτο πρωταγωνιστών, τους κορυφαίους για τις απαιτήσεις των ρόλων τους, Christian Bale, Bradley Cooper, Jeremy Renner, Amy Adams, Jennifer Lawrence και Louis C.K., ενώ και το σύνολο του cast περιλαμβάνει εξαιρετικές κινηματογραφικές προσωπικότητες όπως ο Michael Peña, Shea Whigham, Alessandro Nivola και βεβαίως ο πάντοτε απολαυστικός Robert De Niro. Πραγματικά ότι και να σημειώσει κανείς για την ταινία θα υπολείπεται από την εξαιρετική εμπειρία και την απόλαυση που θα νοιώσει όποιος την παρακολουθήσει στην μεγάλη οθόνη καθώς αξίζει να σημειωθεί ότι τόσο οι λήψεις όσο και τα χρώματα αναδεικνύονται με έναν ιδιαίτερο τρόπο στην κινηματογραφική αίθουσα, κάτι που η μελλοντική θέαση σε οικιακή προβολή θα στερήσει.

ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Κάποιοι Εξαπατούν για το Σεβασμό Κάποιοι Εξαπατούν για την Αγάπη Άλλοι Εξαπατούν για την Αλήθεια Όλοι όμως Εξαπατούμε για την Επιβίωση Ένα από τα καλύτερα καστ σε μια από τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς. Βραβείο καλύτερης ταινίας, σεναρίου και β’ γυναικείου ρόλου από τους κριτικούς της Νέας Υόρκης. Όπως και στις δύο προηγούμενες ταινίες του Ντέιβιντ Ο. Ράσελ, το “Οδηγός Διαπλοκής” αψηφά το είδος για να αφηγηθεί μια ιστορία έρωτα, επαναπροσδιορισμού και επιβίωσης. Το «Οδηγός Διαπλοκής» (American Hustle) σηματοδοτεί το τρίτο μέρος τού εξελιγμένου τρίπτυχου ταινιών του σκηνοθέτη Ντέιβιντ O’ Ράσελ. Αρχίζοντας από το Fighter, συνεχίζοντας με τον Οδηγό Αισιοδοξίας και προχωρώντας σε ένα ακόμη μεγαλύτερο και πρωτόγνωρο καμβά με το Οδηγός Διαπλοκής, ο O’ Ράσελ επικεντρώνεται σε χαρακτήρες που προσπαθούν να αλλάξουν τη ζωή τους μέσα από τη διαδικασία του επαναπροσδιορισμού. «Πρόκειται για ταινίες που αφορούν ανθρώπους η ζωή των οποίων δεν πήρε την τροπή που επιθυμούσαν ή προσδοκούσαν», μας εξηγεί. «Υπάρχει ακόμα κάτι αξιολάτρευτο μέσα τους βαθιά, αλλά είναι και θλιβεροί. Σε όλη τη διάρκεια της ταινίας, όχι μόνο στην τρίτη πράξη, εκτιμούν αυτό που είναι και το πώς θα μπορέσουν να αγαπήσουν ξανά τη ζωή. Αυτοί οι χαρακτήρες έχουν την αίσθηση του ποιους πλήγωσαν και αναρωτιούνται όχι μόνο για το τι θα κάνουν, αλλά πώς θα νοιαστούν και πάλι για τη ζωή, πώς θα ερωτευτούν ξανά. Είναι σημαντικό για μένα το ότι είναι άνθρωποι με πάθος, που αγαπούν ή αγάπησαν τη ζωή με κάποιους συγκεκριμένους τρόπους. Είναι επίσης σημαντικό για μένα η επιμονή τους, το πώς περνάνε στην άλλη όχθη, ταπεινώνονται αλλά η αγάπη τους μένει ανέπαφη ή ανανεώνεται. Δεν είναι κοινότοπο λοιπόν όταν λέει ο Ίρβινγκ, ότι τα έζησαν όλα». Στον πυρήνα της ταινίας βρίσκεται μια δυνατή ιστορία αγάπης ανάμεσα στον Ίρβινγκ Ρόζενφελντ και τη Σίντνεϊ Πόρτερ, αδελφές ψυχές και συνεργάτες. «Η ερωτική σχέση τους τούς δίνει μια ξεχωριστή δύναμη, που όποιος ερωτεύτηκε ποτέ μπορεί να επιβεβαιώσει,» λέει ο Ράσελ. «Όταν είσαι ερωτευμένος, νιώθεις ότι είσαι υπεράνω, κάτι θεϊκό σού συμβαίνει. Κατά τη γνώμη μου, το πρώτο μέρος της επικοινωνεί το πώς αυτοί οι δύο ερωτεύτηκαν, πόσο ξεχωριστά είναι τα αισθήματά τους, πόσο πολύ αγαπούν τη ζωή τους –ότι η απόλαυση ήταν το παν. Ερωτευόμαστε και οι ίδιοι το πάθος τους για τη ζωή. Και τότε, αρχίζουν τα προβλήματα. Θα πρέπει να επαναπροσδιορίσουν τον εαυτό τους για να επιβιώσουν –και όταν το καταφέρουν, τι απογίνεται η αγάπη τους;» Στην ουσία πρόκειται για μια αισθηματική ταινία. Ο Ο’Ράσελ σημειώνει: «Είναι για το ρομάντζο ανάμεσα στον Ίρβινγκ και τη Σίντνεϊ και το σύντομο ρομάντζο ανάμεσα στον Ρίτσι και τη Σίντνεϊ και του φευγαλέου ρομάντζου ενός γάμου που πεθαίνει ανάμεσα στον Ίρβινγκ και τη Ρόζαλιν. Είναι για τη φιλία ανάμεσα στον Ίρβινγκ και τον Κάρμιν και τον γάμο του Κάρμιν με την Ντόλι. Και, φυσικά, η τέχνη της κομπίνας του Ίρβινγκ αποτελεί ένα ρομάντζο με ποικίλους τρόπους – έχει την ικανότητα να γοητεύει, να κάνει τους ανθρώπους να πιστεύουν, να επιθυμούν, να ονειρεύονται.» «Η ιδέα της εξαπάτησης βρίσκεται σε κάθε πτυχή της ταινίας», προσθέτει ο παραγωγός Τσαρλς Ρόβεν. «Ποιον εξαπατούν ο Ιρβ και η Σίντνεϊ – αυτόν που του παίρνουν λεφτά ή τον ίδιο τους τον εαυτό, με την πεποίθηση ότι κάνουν το σωστό; Ποιον εξαπατούμε όταν είμαστε με κάποιον – είμαστε μαζί του επειδή τον θαυμάζουμε ή επειδή τον έχουμε ανάγκη;» «Το περισσότερο μέρος της ταινίας είναι για τους διαφόρους τρόπους που εξαπατούμε τους άλλους και τον εαυτό μας», προσθέτει ο παραγωγός Ρίτσαρντ Σακλ. «Όταν είσαι κολλημένος σε μια δουλειά που μισείς, ή σε μια ταραγμένη σχέση, πείθεις τον εαυτό σου ότι όλα είναι μια χαρά, ότι όλα θα πάνε καλά.

Όλοι πρέπει να βρούμε διεξόδους, γιατί μόνο αυτό μπορούμε να κάνουμε. Και αυτό κάνουν οι ήρωες αυτής της ταινίας.» Το «Οδηγός Διαπλοκής» (American Hustle) άρχισε όταν ο σεναριογράφος Έρικ Γουόρεν Σίνγκερ πλησίασε τον Ρόβεν και τον Σακλ για να φτιάξουν μια ταινία για την Atlas Entertainment με θέμα το Σκάνδαλο Abscam, γράφοντας ένα σενάριο που κέρδισε μια θέση στο Black List. Όταν οι παραγωγοί Ρόβεν και Σακλ έφεραν το πρότζεκτ στον Ο’ Ράσελ, εκείνος πρότεινε μια νέα προσέγγιση, να απομακρυνθεί από το σκάνδαλο και να επικεντρωθεί στις προσωπικές αναμνήσεις, στα αισθήματα και στη φαντασία του για να δημιουργήσει μία φανταστική ταινία χαρακτήρων. «Ο Έρικ έκανε απίθανη δουλειά, γράφοντας ένα συγκλονιστικό διαδικαστικό,» σημειώνει ο Ρόβεν. «Όμως, ο Ντέιβιντ εμφανίστηκε με μια εντελώς διαφορετική δυναμική. Στο τέλος, ο Ντέιβιντ εμπνεύστηκε από έναν αληθινό απατεώνα ο οποίος ήταν άγνωστος για να δημιουργήσει μια ιστορία η οποία εισχωρεί στη βαθιά αλήθεια για τον επαναπροσδιορισμό και την επιβίωση.» Ο Σακλ προσθέτει ότι η αίσθηση στοργής και τρυφερότητας που βγάζει η ταινία στην αρχή, μοιάζει ανεδαφικό με τα γεγονότα που ενέπνευσαν την ταινία, αλλά η ευφυΐα του Ράσελ είναι στο να βρει τη σχέση ανάμεσα στην αληθινή ιστορία και την ιστορία που ήθελε να αφηγηθεί. «Υπάρχει ένας κυνισμός σε κάποια θέματα του σκανδάλου Abscam, αλλά δεν είναι αυτή η ταινία που έφτιαξε ο Ντέιβιντ,» μας λέει. «Η ταινία του Ντέιβιντ έχει τρομερή καρδιά. Σε όλες τις ταινίες του, οι ήρωες κάνουν μια εκτίμηση στη ζωή τους και αναζητούν κάτι καλύτερο.» Στο τέλος, ο Ο’ Ράσελ πιστεύει ότι η δουλειά του ως σκηνοθέτης είναι να κάνει τους θεατές να αγαπήσουν τους χαρακτήρες, παρά τις αμαρτίες τους. «Τελικά, ελπίζω το κοινό να περάσει όμορφα με τους χαρακτήρες», λέει ο Ο’Ράσελ. «Πάνω απ’ όλα, θέλω να τους ερωτευτείτε. Η μεγαλύτερη φιλοφρόνηση που μπορεί να μου κάνει κάποιος είναι όταν φύγει από την αίθουσα και πει, “Τους λάτρεψα αυτούς τους ανθρώπους, δεν ήθελα να τους αφήσω”.» ΤΟ ΣΚΑΝΔΑΛΟ ABSCAM Το πραγματικό σκάνδαλο Abscam ξεκίνησε ως επιχείρηση του FBI. Αφορούσε στο οικονομικό έγκλημα και κατά συνέπεια στην πολιτική διαφθορά. Οι Ομοσπονδιακοί Τζον Γκουντ και Άντονι Αμορόσο συνεργάστηκαν με έναν απατεώνα, τον Μελ Γουέινμπεργκ, σε μια αστυνομική επιχείρηση. Ο Γουέινμπεργκ και το FBI δημιούργησε μια πλασματική εταιρεία, με επικεφαλής έναν δήθεν Άραβα Σεΐχη, προκειμένου να δωροδοκεί αξιωματούχους με αντάλλαγμα πολιτικές χάρες. «Δε μας πήρε πολύ να πειστούμε για την ικανότητα τού Μελ,» λέει ο Γκουντ. Αφοσιώθηκε σε αυτό. Δε θα τον έλεγα πληροφοριοδότη, έδρασε πέρα από το φάσμα τού να παρέχει πληροφορίες. Πήρε μέρος σε μια μυστική επιχείρηση. Ήταν ένας απατεώνας, αλλά είχε καλή καρδιά και διέθετε μια αξιοπρέπεια, συμμετείχε σε μια νόμιμη επιχείρηση και κατάφερε να επιτύχει κάτι στη σωστή πλευρά του Νόμου.» Ο Γουέινμπεργκ έγινε ο βασικός μάρτυρας στις υποθέσεις του FBI κατά έξι μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων των ΗΠΑ, και ενός γερουσιαστή, που καταδικάστηκαν με διάφορες κατηγορίες στο σκάνδαλο. Επιπλέον, καταδικάστηκαν και άλλοι τοπικοί άρχοντες, συμπεριλαμβανομένου και του δημάρχου του Κάμντεν, στο Νιού Τζέρσεϊ. «Θεωρούσα πολύ καλό άνθρωπο τον δήμαρχο», λέει ο Αμαρόσο. «Πρωταρχικό μέλημά του ήταν να βοηθήσει τον εαυτό του, αλλά ήθελε να βοηθήσει και το Κάμντεν του Νιού Τζέρσεϊ. Κάποτε ήμαστε στο Ατλάντικ Σίτι και κάποιοι μεθυσμένοι στην προβλήτα έτυχε να τον πλησιάσουν. Ο τύπος δεν ήταν καν ψηφοφόρος τού δημάρχου, όμως εκείνος διέθεσε δέκα λεπτά για να του μιλήσει. Τέτοιος άνθρωπος ήταν ο δήμαρχος. Σ’ αυτή τη δουλειά, υπάρχουν άνθρωποι που δε βλέπεις την ώρα να τους κλείσεις φυλακή και άλλοι που λυπάσαι όταν καταστρέφονται. Ο δήμαρχος ήταν από αυτούς –λυπόσουν να τον βλέπεις να καταστρέφεται, αλλά αυτή ήταν η δουλειά μου.» ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΕΣ Οι πλούσιοι χαρακτήρες που υπογράφουν τις ταινίες τού Ντέιβιντ Ο’ Ράσελ είναι ένας από τους λόγους που έχει καταφέρει να προσελκύσει κορυφαίους ηθοποιούς οι οποίοι έλαβαν τις σημαντικότερες διακρίσεις στην καριέρα τους. Στο Fighter,η Έιμι Άνταμς, ο Κρίστοφερ Μπέιλ και η Μελίσα Λίο προτάθηκαν για Όσκαρ, ενώ ο Μπέιλ και η Λίο το κέρδισαν. Στο Silver Linings Playbook, τέσσερεις ηθοποιοί, ο Μπράντλεϊ Κούπερ, η Τζένιφερ Λόρενς, ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο και ο Τζάκι Γουίβερ προτάθηκαν για Όσκαρ, πρώτη φορά μετά από 30 χρόνια που σε μία ταινία προτάθηκαν στις κατηγορίες ανδρικών και γυναικείων ρόλων, ενώ η Λόρενς κέρδισε το Όσκαρ. Στο American Hustle, ο Ο’ Ράσελ φέρνει κοντά δύο βραβευμένους με Όσκαρ και δύο προτεινόμενους για Όσκαρ ηθοποιούς και συνεργάζεται για πρώτη φορά με τον Τζέρεμι Ρέννερ, ο οποίος έχει προταθεί πολλές φορές για Όσκαρ. Το American Hustle επικεντρώνει στον Ίρβινγκ Ρόζενφελντ, έναν κομπιναδόρο ο οποίος βρίσκει έναν τρόπο να αλλάξει τη ζωή του όταν συναντά την Σίντνεϊ Πρόσερ, η οποία τον σαγηνεύει με τη γοητεία και την αυτοπεποίθησή της. Η Σίντνεϊ γίνεται συνεργάτιδά του και ερωμένη του και η επιχείρησή τους ανθεί. Όταν, όμως, ο Ίρβινγκ και η Σίντνεϊ πιάνονται σε μια απάτη, ο ομοσπονδιακός πράκτορας Ρίτσι ΝτιΜάσιο τους αναγκάζει να δουλέψουν για εκείνον, κινώντας τα νήματα προκειμένου να συλλάβει διεφθαρμένους πολιτικούς άρχοντες, αρχίζοντας από τον Κάρμιν Πολίτο έναν πολιτικό που προσπαθεί να αναμορφώσει το Ατλάντικ Σίτι και να φέρει οικονομική άνοδο στους ανθρώπους που αγαπά, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να συνεργαστεί με έναν ασυνήθιστο επενδυτή. Ο ΝτιΜάσιο γρήγορα αποπλανείται από τον λαμπρό κόσμο τού Ίρβινγκ και της Σίντνεϊ και δράττεται της ευκαιρίας να γίνει αυτός που θα ήθελε να είναι. Στο μεταξύ, η σύζυγος τού Ίρβινγκ, Ρόζαλιν, μια εκμεταλλεύτρια αλλοπαρμένη, είναι το ισχυρό χαρτί, της οποίας οι συναισθηματικοί δεσμοί με τον Ίρβινγκ μπορούν να τους αφανίσουν όλους. Ο Κρίστιαν Μπέιλ ενώνει τις δυνάμεις του και πάλι με τον Ράσελ στον ρόλο του Ίρβινγκ Ρόζενφελντ, έναν ρομαντικό απατεώνα. «Ο Κρίστιαν έφερε μια απίστευτη αυθεντικότητα –σαν να βγήκε από τη δεκαετία του ’70», επισημαίνει ο Σακλ. «Η εμφάνισή του, οι τρόποι του, όλη την ποιότητα του Μπρονξ. Ενσάρκωσε τον χαρακτήρα όπως ήταν γραμμένος στο σενάριο. Δε μοιάζει με κανέναν άλλον ρόλο που έχει παίξει, φέρνει κωμωδία, γοητεία, ευαισθησία. Όταν μπήκε στο πλατό –αν και ήξερα υποσυνείδητα ότι ήταν ο Κρίστιαν Μπέιλ- ήταν σαν να εμφανίστηκε ο Ίρβινγκ με σάρκα και οστά.» Ο Ρίτσι ΝτιΜάσιο, ο χαρακτήρας του Κούπερ, δεν είναι ακριβώς ο πρωτότυπος G-man, και για τον Ρίτσι αυτό είναι το πρόβλημα. «Αισθάνεται σαν να τεμπελιάζει στη ζωή του, ότι η ζωή του θα ‘πρεπε να είναι πιο ενδιαφέρουσα», λέει ο Κούπερ. «Κάνει μπούκλες τα μαλλιά του σαν τους διάσημους ποδοσφαιριστές μόνο και μόνο επειδή θέλει να γίνει κάποιος άλλος και θεωρεί ότι οι ποδοσφαιριστές είναι κουλ τύποι. Όταν, λοιπόν, συναντά τον Ίρβινγκ και τη Σιντ, εύκολα ξελογιάζεται από τον τρόπο ζωής τους. Ξαφνικά, κάνει παρέα με ενδιαφέροντες ανθρώπους. Η Σίντνεϊ τον πηγαίνει σε μια ντίσκο, του αλλάζει τρόπο ντυσίματος, και οχυρώνεται μέσα σ’ αυτόν τον κόσμο.» Η Τζένιφερ Λόρενς συναντιέται ξανά με τον Ράσελ για να υποδυθεί την αποξενωμένη σύζυγο του Ίρβινγκ, Ρόζαλιν, μια επιπόλαια νοικοκυρά του Λονγκ Άιλαντ, η οποία είναι το ακριβώς αντίθετο από την κομψή Σίντνεϊ τού Άνταμ. Η αφέλεια τού χαρακτήρα είναι ολοφάνερη παντού. Στις σκηνές και στους διαλόγους, στην ερμηνεία και στην ενδυματολογία. «Η Ρόζαλιν είναι πολύ του Λονγκ Άιλαντ, κόκκινα νύχια με ακρυλική βαφή, φουσκωτά μαλλιά πάντα και λατρεύει τα λεοπάρ», λέει ο Λόρενς. «Τη φαντάστηκα να μη βγαίνει ποτέ έξω, να ξεφυλλίζει περιοδικά, να αγοράζει ρούχα, να φαντάζεται ότι μπορεί να μοιάσει στις φωτογραφίες, αλλά δεν έχει ιδέα τι ρούχα ταιριάζουν στον σωματότυπό της. Οπότε, η ενδυματολογία βασίστηκε στο να μην της πηγαίνει τίποτα – ‘αυτό δεν πολύ κακόγουστο, αυτό είναι πολύ κλασικό’. Ήθελα να φαίνεται άχαρη.» Για τον στόχο της επιχείρησης, ο Ράσελ δίνει τον ρόλο στον Τζέρεμι Ρένερ ως Κάρμιν Πολίτο, έναν πολιτικό του Νιού Τζέρσεϊ ο οποίος βρίσκει μια ευκαιρία να αναστηλώσει την καταπονημένη εργατική περιοχή, εάν βρει τον σωστό επενδυτή. «Ο Πολίτο κάνει σπουδαία δουλειά», λέει ο Ρένερ. «Αγαπά τη δουλειά του, έχει αρχές, είναι οικογενειάρχης, μέγας κοινωνός- ένας σοβαρός πολιτικός και άνθρωπος με κούρεμα ο Λιμπεράτσε συναντά τον Τόνι Κέρτις.» Η ταινία παρουσιάζει επίσης δυνατές ερμηνείες από αρκετούς ηθοποιούς σε δευτερεύοντες ρόλους, με τον Λούις Σι Κέι ως προϊστάμενο του Κούπερ, τον Στόνταρντ Θόρσεν, τον Μάικλ Πένια ως πράκτορα του FBI, τον Πάκο Χερνάντεζ, ο οποίος ποζάρει ως δήθεν Σεΐχης Αμντουλάχ, τον Αλεσάντρο Νιβόλα ως Άντονι Αμάντο, Ειδικό Ανακριτή, τον Τζακ Χάσον ως Πιτ Μουσέιν, έναν μαφιόζο που ενδιαφέρεται για το Ατλάντικ Σίτι και την Ελίζαμπεθ Ρομ, ως Ντόλι, τη σύζυγο του Πολίτο.

Back Home Up Next